Translate Assumed To Greek

Babylon NG

Nästa generation av översättning!

Ladda ner - det är gratis

Källspråk

Målspråk



Besläktade termer:
assumptive
brummagem
counterfeited
dummy
expropriated
fictive
granted
hypothetical
involved
junky
mock
putative
queer
reputed
synthetic
twisted
unreal
warped

υποθετικός, ψευδώνυμο
λαμβάνω, προσλαμβάνω, θεωρώ, υποθέτω, αξιώ


υποθετικός προσποιητός

υποτιθέμενο

(Lex**) υποτιθέμενος

Ρημ. υποθέτω, τεκμαίρω εκ προοιμίου, εικάζω//
προσλαμβάνω, παιρνω//
αναλαμβάνω (πχ. υποχρέωση, )//
εικάζω, κάνω υπόθεση//
προσποιούμαι//
σφετερίζομαι//
διακατέχομαι από αλαζονεία


Translate the Engelska term assumed to other languages