Translate Assume To Greek

Babylon NG

Nästa generation av översättning!

Ladda ner - det är gratis

Källspråk

Målspråk



Besläktade termer:
aver
bring to mind
crib
dream
expect
forge
guess
hold
involve
jump a claim
let on
mount the throne
overrun
put on airs
requisition
suspect
turn to
usurp
venture
ween

λαμβάνω, προσλαμβάνω, θεωρώ, υποθέτω, αξιώ


υποθέτω αναλαμβάνω

(Lex**) υποθέστε

Ρημ. υποθέτω, τεκμαίρω εκ προοιμίου, εικάζω//
προσλαμβάνω, παιρνω//
αναλαμβάνω (πχ. υποχρέωση, )//
εικάζω, κάνω υπόθεση//
προσποιούμαι//
σφετερίζομαι//
διακατέχομαι από αλαζονεία

υποθέτω


Translate the Engelska term assume to other languages