Translate Associated To Greek

Babylon NG

Nästa generation av översättning!

Ladda ner - det är gratis

Källspråk

Målspråk



Besläktade termer:
attending
bracketed
coupled
fellow
general
harmonious
involved
joint
knotted
linked
mutual
public
related
synergistic
twinned
unseparated
wedded
yoked

συνδέομαι, συνδέω, συνεταιρίζομαι, συναναστρέφομαι


συνεταιρισμένος, συνδεδεμένος

(Lex**) συνδεμένος

Επίθ. συνεταιρισμένος, συνδυασμένος Ουσ. συνεργάτης, συνεταιρος, σύντροφος//
σύμμαχοςΡημ. συνδέω, συνδέω, συσχετίζω//
συνεργάζομαι, συνεταιρίζομαι


Translate the Engelska term associated to other languages