Translate Assigned To Greek

Babylon NG

Nästa generation av översättning!

Ladda ner - det är gratis

Källspråk

Målspråk



προσδιορίζω, αναθέτω, απονέμω, εκχωρώ


προσδιορισμένος

(Lex**) ορισμένος

Ρημ. παραχωρώ//
αναθέτω (εργασία, καθήκον κτλ), καθορίζω (εργασία κτλ.)//
προσδιορίζω, ορίζω//
προσδίδω, αποδίδω (νόημα, σημασία κτλ)


Translate the Engelska term assigned to other languages