Translate Assign To Greek

Babylon NG

Nästa generation av översättning!

Ladda ner - det är gratis

Källspråk

Målspråk



Besläktade termer:
authorize
bequeath
credit
distribute
extradite
fix
grant
hand over
install
lot
mission
nominate
ordinate
put down
restrict
switch
turn over
warrant

προσδιορίζω, αναθέτω, απονέμω, εκχωρώ


αποδίδω, αναθέτω, διορίζω, παραχωρώ

(Math). αναθέτω (Lex**) ορίστε

Ρημ. παραχωρώ//
αναθέτω (εργασία, καθήκον κτλ), καθορίζω (εργασία κτλ.)//
προσδιορίζω, ορίζω//
προσδίδω, αποδίδω (νόημα, σημασία κτλ)

αποδίδω, αναθέτω, διορίζω


Translate the Engelska term assign to other languages