Translate Articulate To Greek

Babylon NG

Nästa generation av översättning!

Ladda ner - det är gratis

Källspråk

Målspråk

αρθρώ
ευκρινής


ευκρινής, έναρθρος, ομιλώ καθαρά, αρθρώνω

(Lex**) αρθρώστε

Ρημ. προφέρω καθαρά, αρθρώνω//
εκφράζω σκέψη ή συναίσθημα καθαρά και κατανοητά
Επιθ. που ομιλά με καθαρότητα, που έχει καλή άρθρωση//
διευθετημένος σε ένα ενοποιημένο σύνολο//
που αποτελείται από πολλά ευκρινή κομμάτια, αρθρωτός

ευκρινής, έναρθρος


Translate the Engelska term articulate to other languages