Translate Accomplishment To Greek

Babylon NG

Nästa generation av översättning!

Ladda ner - det är gratis

Källspråk

Målspråk

εκπλήρωση, επίκτητο προσό, πραγματοποίηση


πραγματοποίηση

(Lex). ουσ. επίτευξη, εκπλήρωση, πραγματοποίηση, επίτευγμα

Ουσ. ολοκλήρωση με επιτυχία, αποπεράτωση, κατόρθωμα, επιτυχία, επίτευξη,//
προσόν , ταλέντο , χάρισμα


Translate the Engelska term accomplishment to other languages