Translate Absorbing To Greek

Babylon NG

Nästa generation av översättning!

Ladda ner - det är gratis

Källspråk

Målspråk



Besläktade termer:
attractive
consuming
deep
enthralling
fascinating
gripping
hypnotic
indelible
keen
monopolizing
obsessive
profound
riveting
spellbinding

απορροφητικός, πολύ ενδιαφέρων
απορρόφηση
αφομοιώνω, απορροφώ


απορροφώντας, απορροφητικός

(Lex). απορροφώντας

Επιθ. απορροφητικός. απορροφών ,//
που απορροφά τη σκέψη, ενδιαφέρων. Ρημ. απορροφώ, αφομοιωνω,//
συναρπάζω.


Translate the Engelska term absorbing to other languages